«Έκρηξη» 40% στην τιμή του πετρελαίου θέρμανσης

Αντιμέτωποι με το φάσμα της ενεργειακής φτώχειας κινδυνεύουν να βρεθούν επιχειρήσεις και νοικοκυριά τον φετινό χειμώνα.

Στις δυσθεώρητες αυξήσεις του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου έρχεται να προστεθεί τώρα και αυτή του πετρελαίου θέρμανσης, καθιστώντας δυσβάσταχτο το κόστος της θέρμανσης κατά τους χειμερινούς μήνες.

Ήδη η τιμή για το φυσικό αέριο έχει σχεδόν διπλασιαστεί φέτος, ενώ το ράλι στις τιμές του αργού πετρελαίου, καθιστά το κόστος της αγοράς του πετρελαίου θέρμανσης ακριβότερο κατά 40%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της εγχώριας αγοράς πετρελαιοειδών.

Η πώληση του πετρελαίου θέρμανσης ξεκινά από τις 15 Οκτωβρίου και η τιμή του διαμορφώνεται σε αυτή τη φάση για τα αστικά κέντρα κατά μέσο όρο σε 1,10 ευρώ το λίτρο, όταν πέρυσι ξεκίνησε με 80 λεπτά το λίτρο και έκλεισε τον Απρίλιο στα 90 λεπτά το λίτρο.

Εκτιμάται ότι θα συνεχίσει την ανοδική πορεία του διότι η αύξηση του 40% που καταγράφεται, αφορά στην περίπτωση που η διακίνηση του πετρελαίου θέρμανσης θα ξεκινούσε σήμερα και όχι σε περίπου δύο εβδομάδες, οπότε ενδεχομένως να ανέβει ακόμη περισσότερο.

Τα περισσότερα νοικοκυριά απέφυγαν τον περασμένο Απρίλιο, στο κλείσιμο της σεζόν, να αποθεματοποιήσουν πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς κρίθηκε ακριβή η τιμή του, όπως λένε πηγές της αγοράς. Επέλεξαν να αναμένουν τη νέα τιμή του Οκτωβρίου, προσδοκώντας ότι θα είναι πιο ανταγωνιστική. Τι θα κάνουν, συνεπώς, τώρα με ένα κόστος 40% αυξημένο, το οποίο ενδέχεται μάλιστα να ανέβει ακόμη περισσότερο;

Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει την αύξηση κατά 20% του επιδόματος για το πετρέλαιο θέρμανσης, με την αγορά να υπερθεματίζει της επιδότησης χωρίς εισοδηματικά κριτήρια.    Ζητά ακόμη να μειωθεί είτε ο ΕΦΚ είτε ο ΦΠΑ στο πετρέλαιο θέρμανσης.

Πάντως, η τροπολογία που έφερε την προηγούμενη εβδομάδα στη Βουλή η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για τη μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου θέρμανσης, απορρίφθηκε από την κυβέρνηση, με το αιτιολογικό, όπως είπε ο υφυπουργός Οικονομικών Απόστολος Βεσυρόπουλος,  ότι συνεπάγεται δημοσιονομικό κόστος 2 δισ. ευρώ.

Σχετικά Άρθρα